Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Σαρκοφάγοι γέρακες... μια ζωή πεθαίνει, μια πνοή περνά, τάχα σε προσμένει μια άνοιξη ξανά;

''Άσε το φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ’ άνθη τα στερνά, μια ζωή πεθαίνει, μια πνοή περνά, τάχα σε προσμένει μια άνοιξη ξανά; Άσε το φθινόπωρο γύρω σου ν’ απλώσει μια στερνή ευωδιά…''

Του εκλεκτού φίλου 
Παναγιώτη Αντωνόπουλου

Δειλινή μου!
Πάει κι αυτό το καλοκαίρι! Πέταξε σαν συννεφάκι που το σπρώχνουν άγριοι λεβάντες και υγροί νοτιάδες. Τα γλαυκά του μάτια έκλεισαν, ο ουρανός του γέμισε αστραπές με σχήμα φιδιών, οι βροντές του κάνουν τ’ άστρα να τρέμουν.
Ο βορράς, η πατρίδα σου, σε ζήτησε και πάλι να γίνεις μέτοικός της ύστερα από το ταξίδι σου στο χλοερό νότο. Να βρεθείς έτσι στο μουντό χρώμα της και φύλακας του σκορπισμένου χώματος των τύμβων της. Κι εγώ να μείνω μόνος ναυαγός του βαθυγάλαζου πελάγους και τυλιγμένος στις μενεξελιές πινελιές του Μεσσηνιακού ορίζοντα. << Βασιλιάς της γης μου >> όπως μου τραγούδησες, << ένας Οδυσσέας, στο παλάτι του Τριφυλιακού Αλκίνοου >> μου επανέλαβες. Διαβάστε περισσότερα »

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν θέλω στα ηλιοβασιλέματα να τρέμω...

Ματωμένο δειλινό σαν τότε, σαν την στιγμή εκείνη, που άγγελοι θα ραντίζουν με φωτιά και ατσάλι την τελευταία δύση. 
Τρομαγμένες σκιές θα τρέχουν να κρυφτούν στην αγκαλιά του δειλινού. Συνειδήσεις ποικίλες, άλλες θα κολλούν σαν άστρα ψηλά στο θόλο και άλλες  θα χάνονται στο μαύρο φόντο. Η κόλαση μαύρη και  πώς να ξεχωρίσεις τις μαύρες ψυχές;;; 
Τώρα κάποια τοιχοκολλημένα παράπονα στιγματίζουν τους ενόχους. Ο ‘’Οβραίος’’ με το σκούφο του  κρυφοκοιτάζει από τις γρίλιες τις τραγικές φιγούρες των δυστυχισμένων. Αυτών που χωρίς  ξένα χέρια και πόδια  προσπαθούν να βαδίσουν στη ζωή.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας άνθρωπος στην οδό της ευλογίας

«Ήταν κάποτε ένας μορφωμένος άνδρας που επί οκτώ χρόνια παρακαλούσε το Θεό να του στείλει έναν άνθρωπο να τον διδάξει την αλήθεια.
Και κάποτε που ένιωσε αυτή την επιθυμία πολύ έντονη, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: 
‘Πήγαινε στην εκκλησία, κι εκεί θα βρεις έναν άνθρωπο που θα σου δείξει την οδό της ευλογίας’. Πήγε εκεί, και βρήκε έναν φτωχό, ξυπόλυτο, με πόδια γεμάτα πληγές και σκόνη, και όλα του τα ρούχα δεν άξιζαν ούτε δυό δεκάρες.Τον χαιρέτησε, και του είπε: