Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν θέλω στα ηλιοβασιλέματα να τρέμω...

Ματωμένο δειλινό σαν τότε, σαν την στιγμή εκείνη, που άγγελοι θα ραντίζουν με φωτιά και ατσάλι την τελευταία δύση. 
Τρομαγμένες σκιές θα τρέχουν να κρυφτούν στην αγκαλιά του δειλινού. Συνειδήσεις ποικίλες, άλλες θα κολλούν σαν άστρα ψηλά στο θόλο και άλλες  θα χάνονται στο μαύρο φόντο. Η κόλαση μαύρη και  πώς να ξεχωρίσεις τις μαύρες ψυχές;;; 
Τώρα κάποια τοιχοκολλημένα παράπονα στιγματίζουν τους ενόχους. Ο ‘’Οβραίος’’ με το σκούφο του  κρυφοκοιτάζει από τις γρίλιες τις τραγικές φιγούρες των δυστυχισμένων. Αυτών που χωρίς  ξένα χέρια και πόδια  προσπαθούν να βαδίσουν στη ζωή.